υπερχείλιση — η το πλημμύρισμα, το ξεχείλισμα: Υπερχείλιση του ποταμού … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
υπερχείληση — η, Ν η υπερχείλιση. [ΕΤΥΜΟΛ. Αλλη γρφ. τού υπερχείλιση, κατά τα θηλ. σε ηση (< ρ. σε ώ)] … Dictionary of Greek
άρδευση — Η τεχνητή προσαγωγή νερού στις καλλιέργειες, απαραίτητη για την ανάπτυξη των φυτών, ώστε να συμπληρωθεί το έλλειμμα που προέρχεται από την ανεπάρκεια των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων. Για την ά. χρησιμοποιούνται νερά που προέρχονται από πηγές,… … Dictionary of Greek
καργάρισμα — το [καργάρω] 1. υπερπλήρωση, υπερχείλιση, παραγέμισμα, ξεχείλισμα 2. υπερφόρτωση, παραφόρτωμα 3. υπερένταση, τέντωμα, τσίτωμα 4. σφίξιμο, δυνατή περίσφιγξη, μάγγωμα … Dictionary of Greek
κατολίσθηση — Γεωλογικό φαινόμενο κατά το οποίο μάζες πετρωμάτων ξεκολλούν από τις πλαγιές των ορεινών αναγλύφων και ολισθαίνουν προς τα χαμηλότερα μέρη, επάνω σε ένα υπόβαθρο ολίσθησης, που αποτελείται από τα υποκείμενα πετρώματα. Κ. επίσης ονομάζεται το… … Dictionary of Greek
ξεχείλισμα — το [ξεχειλίζω] το γέμισμα πέρα από τα χείλη ώστε να χύνεται έξω το υγρό, υπερχείλιση … Dictionary of Greek
πάδος — (Po). Ποταμός της βόρειας Ιταλίας, ο μεγαλύτερος της χώρας (625 χλμ.). Αποστραγγίζει λεκάνη 74.970 τ. χλμ., από τα οποία περίπου 50.000 καταλαμβάνει η κοιλάδα του Πάδου, τεράστια τάφρος που καλύφθηκε κατά το τριτογενές και το τεταρτογενές. Ο Π.… … Dictionary of Greek
προχοή — ἡ, Α [προχέω] συν. στον πληθ. αἱ προχοαί 1. στόμιο, εκβολές ποταμού ή λίμνης (α. «Τριτωνίδος ἐν προχοαῑς λίμνας», Πίνδ. β. «ἐς ποταμοῡ προχοάς», Ομ. Οδ. γ. «ἐπὶ προχοῇσι διιπετέος ποταμοῑο», Ομ. Ιλ.) 2. υπερχείλιση 3. σπονδές 4. ροή ύδατος… … Dictionary of Greek
υπέρχυση — η / ὑπέρχυσις, ύσεως, ΝΜΑ [ὑπερχέω] υπερχείλιση, ξεχείλισμα («ὑπέρχυσις ὑγρῶν», Πλούτ.) αρχ. μτφ. άφθονη παροχή, πλουσιοπάροχη δωρεά («ὑπέρχυσις ἀγαθότητος», Γρηγ. Ναζ.) … Dictionary of Greek
υπερχείλισμα — το, Ν [υπερχειλίζω] 1. υπερχείλιση 2. η ποσότητα τού υγρού που ξεχειλίζει … Dictionary of Greek